 |
| |
.:Δημοσιεύτηκε στις 21/12/2001 |
Μεταξένιο φόρεμα, πράσινο. Το βαθύ εκείνο πράσινο που είχαν τα νερά των ματιών της στην κοίτη της ίριδας. Έπαιξαν μια δεξιά, μια αριστερά. Tα μάτια της έψαχναν απελπισμένα. Σήκωσε το φόρεμα. Το χέρι της το δεξί έτρεμε. Το έφερε κάτω. Με τα δυό μακριά δάχτυλα άνοιξε τα χείλη στη γωνία που είχαν τα πόδια: διάπλατα. Κάθησε στη ράχη. Βρήκε σπόνδυλο.
Ο σπόνδυλος προεξείχε στη ράχη του άψυχου κτήνους. Μια τίγρης -ρωμαλέα κάποτε- της Αφρικής. Την είχε φέρει λάφυρο ο αυτοκράτορας. Ταριχευμένη τέλεια. Το τρίχωμά της απαλό, το σώμα της ακέριο σε στάση επιθετική, με σηκωμένη ράχη. Κάθε που την καλούσε ο αυτοκράτορας, αφού πρώτα άνοιγε διάπλατα πόδια και χείλη, ακουμπούσε στη ζωώδη ράχη.
Έτσι και τώρα.
Με το κτήνος -άπνουν μα στιβαρό- ανάμεσα στα πόδια. Με το σπόνδυλο ανάμεσα στα χείλη. Πάνω από τη μέση, το κορμί της ακίνητο. Η λεκάνη μόνον χάιδευε αργά το λείψανο της τίγρεως. ¶φηνε την κλειτορίδα της να ταλαντεύεται ανάμεσα στα μεσοσπονδύλια χάσματα, κι έπειτα, ανάσαινε κοφτά, πίεζε, άσθμαινε, ίππευε -γύριζε στον αέρα το δωμάτιο- χόρευε πάνω στο κτήνος -συγκεντρωνόταν το αίμα της όλο μες στα μάτια ορθάνοιχτα- έπνιγε τη φωνή της…. ΟΧΙ
Όχι δεν πρέπει, μα… Γαντζωνόταν από το κεφάλι του τέρατος, σπασμοί της μέσης ακαριαίοι, η φωνή πνιγόταν στα ρουθούνια, «Δεσποινίς!»…
-Δεσποινίς, παρακαλώ, συντομεύετε. Ο Μεγαλειότατος σας περιμένει.
Γκρεμίστηκε στο πάτωμα. Έκανε να σηκωθεί. Τα νεύρα της στα γόνατα ένα κουβάρι. Έπεσε ξανά. Έβαλε ψυχή, βαθιά εκπνοή, κρατήθηκε όρθια, έφτιαξε με μια κίνηση το φόρεμα -δεύτερη κίνηση, έφερε πάνω τα μαλλιά. Ανάσα. Έπιασε πόμολο.
-Πάμε.
Οι φθόγγοι στριμώχνονταν μέχρι ν’ αναλυθούν σε λέξη. Μια παχιά σταγόνα ιδρώτα πήρε να κατηφορίζει απ’ τον αυχένα, τράπηκε στο πλάι του λαιμού, χάθηκε στο λευκό της στήθος, εκεί που έσμιγε με το πράσινο μετάξι.
Ο διάδρομος μακρύς. Ευτυχώς στενός. Της έδιναν οι τοίχοι ρότα. «Μαρτύριο», σκέφτηκε, «αλλά χωρίς την προπαρασκευή της οσφυολαγνείας, θα ‘δινα σβέρκο στη λαιμητόμο».
-Σας περίμενα, ωραιοτάτη.
Κατά πρόσωπο, ο ¶ναξ. Δεν μπόρεσε να υποκλιθεί. Στα κύτταρα της όλα, το μούδιασμα της ιμεροπληξίας. Την έπιασε απ’ τη μέση και την τσάκισε. Φιλί δόντια με δόντια - αφέθηκε. Δόντια στο λαιμό -έσκυψε (ο αυτοκράτωρ ήτανε βραχύσωμος). Έχωσε τη στραβή του μύτη στο στήθος.
-Ελάτε.
Την έσυρε μέχρι την πολυθρόνα. Κατέβασε το παντελόνι, κάθησε. Και τότε κατάλαβε…
Στα γεύματα των ανακτόρων, έδεσμα διαλεχτό, τα άγουρα σπαράγγια. Λευκά, μισά απ’ το μικρό το δάχτυλο. Πικρά, σκληρά. Μα ο αυτοκράτωρ μόνο με δαύτα ερχότανε στην όρεξη.
Βάλθηκαν οι γεωργοί ολάκερης της Αυτοκρατορίας να ξεριζώνουν τα σπαράγγια πριν την ώρα τους. Τα φόρτωναν ευθύς για το παλάτι και «Vive l’ Empereur». «Τα γούστα της Μεγαλειότητάς του, ειν’ η πιο καρπερή σοδειά μας».
Τώρα κατάλαβε. Στεκόταν γονυπετής. Κατάματα, το αυτοκρατορικό πέος. Της ήρθε στο στόμα στυφή η γεύση απ’ άγουρο σπαράγγι. Ίδια με το σπαρτό τ’ απαίσιο, έμοιαζε το πέος το αυτοκρατορικό. Στεγνό, λευκό, άγουρο. Μισό από το μικρό το δάχτυλο.
Μα, δεν έπρεπε να δείξει ολιγωρία.
Το φαντάστηκε κουφέτο κι άρχισε να το γλωττίζει επίμονα. Δεν ήταν δύσκολο να πάρει μπρος η φαντασία. Την είχε προθερμάνει με το ταριχευμένο κτήνος. Έπληττε με τη γλώσσα το ασθενικό κουφέτο. Δεν έπρεπε να δείξει ολιγωρία. Η Αυλή βοούσε ότι ο αυτοκράτορας στέλνει τις απρόθυμες στη λαιμητόμο.
Δώσ’ του και το ύψωνε με την άκρη της γλώσσας το σπαράγγι… ΟΧΙ, κουφέτο θα το λες. Μα, δες το: σπαράγγι απ’ τον χιονιά καμένο. ΟΧΙ, κουφέτο! Κι αν δεν μπορείς να το μασήσεις σαν κουφέτο, σκέψου της τίγρεως την ράχη.
Τα αυτοκρατορικά χέρια την απέσπασαν από τη σπαραγγοειδή απόφυση. Φοβήθηκε ότι έδειξε ολιγωρία.
Το αυτοκρατορικό σώμα ξαπλώθηκε στο κρεβάτι. Εκείνη –ασκημένη- από πάνω του. Μα, το σπαράγγι δεν έδινε αίσθηση. Υπήρχε σχεδόν εξαερωμένο. Αλλά, για βάλε με το νου σου, να ‘ταν τώρα όπως και πριν, να φιλούσαν τα χείλη της τους σπονδύλους της τίγρεως, ναι…
Ναι, το δωμάτιο γύριζε πάλι στον αέρα, το αίμα κόχλαζε στις φλέβες των ματιών, ναι, ρεύμα θερμό πλημμύρισε τα νεύρα, ναι, ναι, ναι…
Ναι, δεν είχε δείξει ολιγωρία.
Ο αυτοκράτωρ την πέταξε από πάνω του. Η μεγαλειότητά του δεν τελείωνε ποτέ. Μόνο δυό – τρεις σταγόνες λευκές ύγραιναν που και που την κορυφή του σπαραγγιού.
Ο αυτοκράτωρ ήταν σπουδαίος άνδρας. Μέσα του άφριζε ποτάμι σαν τον Βόλγα. Δεν είχε όμως βρει τις εκβολές του. Λίμναζε, κι ας ήτανε το «μέσα» του ποτάμι.
«Σας αγαπώ», της είπε.
«Από αύριο, να ξέρετε, κινώ να κατακτήσω τη Ρωσία. Κινώ να την πατήσω ως το Βόλγα».
|
| |
.:Σχετικοί Σύνδεσμοι
|
Δημοφιλέστερο έργο Ανδρέας Σπερχής:
Αναφασμώ
|
.:Βαθμολόγηση
|
Μέσος όρος βαθμολογίας: 4.5 ψήφοι: 2

|
|
|
| | Τα σχόλια αντανακλούν τις απόψεις του αποστολέα. Δεν ευθυνόμαστε για το περιεχόμενο τους. |
|
Re: Τριβο-παίγνιον από boris στις 23/12/2001 (Πληροφορίες Χρήστη | Αποστολή μηνύματος) | Θαυμαστό, δίχως άλλο. Ο Σπερχής φεύγει από τα νερά του αλλά αποδεικνύει πως βρίσκεται ακόμα μέσα στα νερά του.
Η αρχική ιδέα, όπως δηλώνει ο τίτλος ήταν να εκδοθούν δυό κείμενα, ένα δικό του και ένα δικό μου, με το επιγραμματικό και πυκνό θέμα "ο κοντοψώλης βασιλιάς". Εγώ δεν έχω προλάβει ακόμα να ασχοληθώ με τη δική μου εκδοχή της ιστορίας, αν και όσο την έχω φανταστεί διαφέρει σημαντικά.
Η έμπνευση της όλης ιδέας ήρθε παίζωντας τρίβιαλ, με μια ερώτηση που διατυπωνόταν περίπου: "Ποιανού μεγάλου άνδρα το αποξηραμένο πέος μήκους 2,5 εκατοστών πουλήθηκε σε δημοπρασίες και μάλιστα δεν κατάφερε να φτάσει την απαιτούμενη τιμή;".
Ο τίτλος νομίζω το δηλώνει ξεκάθαρα! |
[ Δεν επιτρέπεται στους Ανώνυμους Χρήστες η αποστολή σχολίων. Παρακαλώ γίνετε πρώτα μέλος. ]
[Χωρίς Θέμα] από Erwtokritos στις 23/12/2001 (Πληροφορίες Χρήστη | Αποστολή μηνύματος) | '''' Τώρα θα πω για την πόλη Ζηνοβία που έχει τούτο το θαυμαστό: αν και χτισμένη σε άνυδρη περιοχή υψώνεται πάνω σε πανύψηλους πασσάλους, και τα σπίτια είναι από μπαμπού και τσίγκο -με πολλές στοές και μπαλκόνια- τοποθετημένα σε διαφορετικά επίπεδα, πάνω σε υποστηλώματα που το ένα ξεπερνάει το άλλο, συνδεδεμένα μεταξύ τους με ανεμόσκαλες και κρεμαστά πεζοδρόμια, ενώ υπερυψώνονται εξώστες σκεπασμένοι με κωνικές στέγες, βαρέλια για την αποθήκευση νερου, ανεμοδείχτες, προεξοχές απο τροχαλίες, ορμιές και γερανοί.
Κανείς δεν θυμάται ποιά ανάγκη ή προσταγή ή επιθυμία έσπρωξε τους ιδρυτές της Ζηνοβίας να δώσουν αυτήν τη μορφή στη πόλη τους, γι' αυτό δεν μπορείς να πεις αν η πόλη όπως την βλέπουμε σήμερα, και που ίσως αναπτύχθηκε μέσα από μεταγενέστερες προσθήκες πάνω στο αρχικό κι ανεξιχνίαστο τώρα πια σχέδιο, εκπλήρωσε το σκοπό της. Όμως το βέβαιο είναι πως αν ζητήσεις από οποιονδήποτε κάτοικο της Ζηνοβίας να σου περιγράψει πως φαντάζεται την ευτυχία στη ζωή, αυτός πάντα θα οραματίζεται μιά πόλη σαν τη Ζηνοβία, με τους πασσάλους της και τις κρεμαστές της σκάλες, μιά Ζηνοβία ίσως εντελώς διαφορετική, γεμάτη λάβαρα και κορδέλλες ν' ανεμίζουν, αλλά που πάντα αναπαράγεται από συνδυασμό των στοιχείων εκείνου του πρώτου μοντέλου.
Μετά απ' όλα αυτά, είναι μάταιο να καθορίσεις αν η Ζηνοβία μπορεί να ταξινομηθεί στις ευτυχισμένες ή τις δυστυχισμένες πόλεις. Δεν έχει νόημα να χωρίζεις τις πόλεις σ' αυτές τις δυό κατηγορίες, αλλά μάλλον σε δύο άλλες: αυτές που συνεχίζουν μέσα από χρόνια κι αλλαγές να δίνουν τη μορφή τους στις επιθυμίες κι εκείνες όπου οι επιθυμίες ή καταφερνουν να σβύσουν την πόλη ή σβύνουν από αυτήν. ''''
" οι λεπτοπλόκες πόλεις 2 ."
|
[ Δεν επιτρέπεται στους Ανώνυμους Χρήστες η αποστολή σχολίων. Παρακαλώ γίνετε πρώτα μέλος. ]
[ Δεν επιτρέπεται στους Ανώνυμους Χρήστες η αποστολή σχολίων. Παρακαλώ γίνετε πρώτα μέλος. ]
Ποιος λιβας εκαψε το σπαρτο; από LoraMars στις 01/01/2002 (Πληροφορίες Χρήστη | Αποστολή μηνύματος) | Επιτελους, φιλτατε Σπερχη, οταν αποφασιζετε να γραψετε τα πραγματα με το ονομα τους, κατακτατε Ρωσιες...και χωρις την αντισταση του αρχιστρατηγου Κουτουζοφ.
Υ.Σ. φιλικη συμβουλη: να παιζετε συχνοτερα Trivial :) |
[ Δεν επιτρέπεται στους Ανώνυμους Χρήστες η αποστολή σχολίων. Παρακαλώ γίνετε πρώτα μέλος. ]
[ Δεν επιτρέπεται στους Ανώνυμους Χρήστες η αποστολή σχολίων. Παρακαλώ γίνετε πρώτα μέλος. ]
|
|